απαθής


απαθής
[апатис] εκ. безучастный, апатичный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαθής" в других словарях:

  • ἀπαθής — not suffering masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαθής — (AM ἀπαθής, οῡς, ές) [πάθος] ο χωρίς πάθος, ο ατάραχος αρχ. μσν. αβλαβής, υγιής αρχ. 1. αυτός που δεν υποφέρει από κάτι ή δεν έχει πάθει κάτι («ἀπαθὴς κακῶν», Ηρόδ. «ἀπαθὴς νόσων», Δημοσθ.) 2. όποιος δεν δοκίμασε κάτι, δεν έχει εμπειρία («ἀπαθὴς… …   Dictionary of Greek

  • απαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αναίσθητος: Στις συμφορές των άλλων έμενε απαθής. 2. ψύχραιμος, ήρεμος: Απαθής άκουε τις εναντίον του καταθέσεις των μαρτύρων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπάθης — ἀ̱πάθης , ἀπαθέω to be free from imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀπαθέω to be free from imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαθῆ — ἀπαθής not suffering neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀπαθής not suffering masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀπαθής not suffering masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαθέστερον — ἀπαθής not suffering adverbial comp ἀπαθής not suffering masc acc comp sg ἀπαθής not suffering neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαθέα — ἀπαθής not suffering neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀπαθής not suffering masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαθές — ἀπαθής not suffering masc/fem voc sg ἀπαθής not suffering neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαθέστατα — ἀπαθής not suffering adverbial superl ἀπαθής not suffering neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαθέστατον — ἀπαθής not suffering masc acc superl sg ἀπαθής not suffering neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)